Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

ΣΤΗ.. ΒΙΟΠΑΛ(Λ)Η

της Έφης Πάλλη

Λένε οτι στους παράξενους ανθρώπους συμβαίνουν τα πιο παράξενα γεγονότα. Δεν ξέρω αν εγώ τα προκαλώ αλλά η ζωή μου είναι γεμάτη απο απίστευτα περιστατικά. Μην είναι η δύσκολη καθημερινότητα; Μην είναι καμία κατάρα απο πρώην που με κυνηγά; Μην είναι που γεννήθηκα οχταμηνίτικο; Όποιος και να' ναι ο λόγος, διαβάστε και θα καταλάβετε..

Είναι κάτι μέρες, που ξυπνάς από ένα τόσο παραστατικό όνειρο, που συνεχίζεις για λίγα δευτερόλεπτα να το ζεις, ακούς τη καρδιά σου να σφυροκοπά στο στήθος σου και καταβάλλεις τεράστια προσπάθεια για να συνέλθεις.
Κάπως έτσι -ευχάριστα το δίχως άλλο- ξεκίνησε η εβδομάδα μου. Βλέπω λοιπόν πως μπαίνω στο σούπερ μάρκετ και αντικρίζω τα περισσότερα ράφια άδεια. Πάνω σε αυτά υπήρχαν επιγραφές « Λόγω της παρατεταμένης απεργίας των οδηγών φορτηγών, έχει παρουσιαστεί έλλειψη προϊόντων» και δίπλα μια μεγαλύτερη επιγραφή « Για κρατήσεις θέσεων στο παρόν ράφι, παρακαλώ επικοινωνήστε με τη διεύθυνση του καταστήματος». Πετάγομαι έντρομη από το κρεβάτι, συνειδητοποιώντας πως ήταν ένα απλώς τραγελαφικό όνειρο.
Όμως, δεν έφευγε από το μυαλό μου αυτή η σατανική επιγραφή που με παροτρύνε να πιάσω μια θέση στο ράφι. «Έτσι είσαι;» σκέφτηκα «Τώρα θα δεις!». Βάζω ότι ρούχα βρίσκω μπροστά μου, παίρνω το αμαξάκι μου και οδηγώ προς το κοντινό σούπερ μάρκετ. Τα μαγαζιά αυτά είναι μια μικρή κοινωνία, βλέπεις τους πελάτες και από τις εκφράσεις, τα πράγματα που αγοράζουν, τον τρόπο που κινούνται καταλαβαίνεις την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση, τον χαρακτήρα τους.
Μπαίνω μέσα και για καλή μου τύχη, δεν υπήρχαν ούτε επιγραφές, ούτε άδεια ράφια να με περιμένουν. Μπροστά μου προχωρά μια κυρία, με το καρότσι της γεμάτο παιδικά γιαουρτάκια, χυμούς, δημητριακά, κρουασάν… μητέρα δυο παιδιών το λιγότερο. Λίγο πιο κάτω, ένας μεσήλικας, με μια στραπατσαρισμένη λίστα στο χέρι, στο διάδρομο με τα προϊόντα ομορφιάς να κοιτάζει παραζαλισμένος τις γυναικείες βαφές μαλλιών, σε απλή μετάφραση; Τον έστειλε τον κακομοίρη η γυναίκα του να της πάρει βαφή και στη πόρτα του φώναξε «κοίτα μη κάνεις λάθος το χρώμα, αλίμονό σου». Προχωρώ, προχωρώ και… στοπ! Εδώ είμαστε. Πρώτη φορά απ το πρωί που στραβοξύπνησα, που έσκασε το χειλάκι μου. Ψιλός σαν κυπαρίσσι, κορμί θανατηφόρο, μελαχρινός, ελαφρώς αξύριστος, γύρω στα 28 να διαλέγει κατεψυγμένα λαχανικά. Άρα μένει χωρίς τη μανούλα, άρα εργένης, άρα τέλεια! Τον κοιτάζω όσο αδιάκριτα πρέπει, γυρνά και μου χαμογελά. Συνεχίζω τις κατά τ’αλλα  αγορές μου, πού θα πάει, κάπου θα ξανασυναντηθούν οι δρόμοι μας, συλλογίστηκα, μέχρι που φανερώνεται μπροστά μου το εξής θέαμα: αναδύεται από το βάθος και κατευθύνεται προς το ταμείο, ο μέχρι προ ολίγου άντρας της ζωής μου με τις βρεφικές κρέμες και τα πάμπερς στο χέρι.
 Επόμενη στάση; Ο διάδρομος με τα οινοπνευματώδη και ύστερα καρφί για τα σοκολατοειδή. Εκεί που αρχίζω να ρίχνω στο καρότσι ότι σε 1000 θερμίδες και άνω βρίσκω, με πλησιάζει με γιαγιά και μου λέει « κοπελούδα μου, μην τα τρως αυτά τα πράγματα, δεν κάνουν καλό, θα μείνεις φαφούτα» έχοντας γίνει μάλλον μπορντό από τη ντροπή και τα νεύρα μου της απαντώ τάχα χαλαρά «Α, ξέρετε, δεν είναι για μένα όλα αυτά» αλλά η γιαγιά που τα’χε τετρακόσια, σκύβει προς το μέρος μου και μου ψιθυρίζει « βρε, θα μείνεις γεροντοκόρη, άκου τι σου λέω».
Παράτησα γιαγιά, καρότσι και ψώνια και έφυγα σαν την κυνηγημένη. Τι στο καλό, βαλτοί  είναι όλοι; Δεν θέλω να ξαναδώ σούπερ μάρκετ ούτε στον ύπνο μου, ούτε στο ξύπνιο μου, για τα επόμενα διακόσια χρόνια της ζωής μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου